Ένας πίνακας του Ντεγκά την καλωσόριζε όποτε άνοιγε τα μάτια της. Η ζωή φαίνεται τόσο απλή τα πρώτα δευτερόλεπτα του πρωινού. Το όνειρο που μόλις έβλεπε ήταν ακόμα έντονο στο μυαλό της αλλά θα ήταν σαν ποτέ να μην υπήρχε μόλις σταματούσε να το σκέφτεται. Ήταν σε ένα... σινεμά; σπίτι; κάποιος γνωστός ήταν εκεί; όχι; σίγουρα ήταν μέρα... η όχι; είναι τρίτη σήμερα πετάγεται το μυαλό της έχεις να πας λαϊκή. Το όνειρο που ταλαντευόταν γύρω από το νεροχύτη της λήθης έκανε μια κίνηση και χάθηκε για πάντα. Το τηλέφωνο χτύπησε. Κλισέ κουβέντες κοιτώντας τον Ντεγκά. Ναι. Λαϊκή. Ναι. Μαρούλια, ναι. Οκ. Δώσε να του μιλήσω... έλα Δημητράκη η γιαγιά είμαι.ναι. αμυγδάλου η με φουντούκια; ναι.φιλάκι στη γιαγιά πριν κλείσεις; μακια. Σιωπή. Αυτή και ο Ντεγκά μείναν μόνοι τους πάλι. Σε λίγο θα είχαν προσθέσει τέσσερα μαρούλια τρία ακτινίδια ένα κιλό ντομάτες και μια ίον αμυγδάλου στη παρέα τους. Η ζωή είναι απλή. Η ζωή είναι βαρετή αλλά όποιος έχει περάσει πάνω από μια ώρα σε νοσοκομείο ξέρει πως η βαρεμάρα είναι πολυτέλεια.
No comments:
Post a Comment